ΔΗΚΤΙΚΑ – Και σαν πρώτα αντρειωμένοι

ευζωνοι

Μπορούμε;

Μπορούμε άραγε να γίνουμε σαν πρώτα; Σαν τους πατεράδες και τους παππούδες μας που ξεκίνησαν από τα χωριά τους, εκατοντάδες μέτρα υψόμετρο, δεκάδες χιλιόμετρα μακριά από τις πόλεις. Που περπατούσαν μέσα στη βροχή και τον ήλιο για να πάνε σχολείο. Για να βρουν αλεύρι. Για ν’ αποκτήσουν ένα άλογο. Που διάβαιναν ποτάμια. Που τρέφονταν με λίγο κρασί, ένα ξυλάγγουρο, μια τομάτα κι ένα πετρωμένο ξεροκόμματο. Που φοβόνταν, μα δρασκέλιζαν σαν ξυπόλυτοι υπερμεγέθεις Κούροι τον φόβο. Που άφηναν την επιθυμία να γευτούν τη ζωή, να βγάζει από τα πόδια τις σιδερένιες μπάλες της αμφιβολίας. Μπορούμε;

Λέγαμε με φίλους αγαπημένους, για κοινό γνωστό. Σπούδασε, εργάστηκε, ταξίδεψε, έκανε χρήματα. Κι ύστερα, αντί να μείνει στη Νέα Υόρκη ή στο Λονδίνο, γύρισε. Ονοματίζω αυτές τις πόλεις όχι τυχαία. Αλλά  γιατί πυκνώνουν όσο περνάει ο καιρός οι  χώροι που θυμίζουν μια άλλη χώρα, αλλά όχι Ελλάδα. Από τη μια οι απροσπέλαστοι από Έλληνες δημόσιοι χώροι, τα κτίρια με όλα τα κομφόρ που εγκαταλείφθηκαν όπως-όπως από τους ντόπιους, οι γειτονιές, οι δρόμοι και οι πλατείες που καταλαμβάνονται από τριτοκοσμικά γκέτο, καταστήματα, κουρεία, καφενεία. Δεν είναι και δεν είπα «γηγενείς». Ετούτοι οι άνθρωποι που εγκαταλείπουν, δεν έχουν γη που να ξέρουν πως τους γέννησε. Δεν νιώθουν γη δική τους. Άνθρωποι χωρίς ρίζες, έρμαια του ανέμου, πλάνητες κατάδικοι της πόλης, Αθηναίοι από χωριά που ξέγραψαν, πώς ν’ αγαπήσουν τον τόπο, κι ύστερα, πού να πάνε;

Κι από την άλλη η εικονική αμερικανοποίηση της ελληνικής  καθημερινότητας. Μεγαλομανής και μικρομέγαλη. Περνούσα το καλοκαίρι από μια επαρχιακή πόλη, κι έτυχε να σταματήσω εμπρός από ένα καφέ που λες και βγήκε από αμερικάνικη ταινία. Και στη βιτρίνα ένας θαμώνας με τον πολυτελή φορητό υπολογιστή του, να φτιάχνει στο μυαλό του εικόνες του εαυτού του σε μια πραγματικότητα που δεν υπάρχει, που δεν πρόκειται αληθινά να ζήσει. Και από τούτη τη ζωή που μπορεί, απέχει. Έτσι διχασμένοι ζουν οι Έλληνες το σήμερα. Σε μια αδιέξοδη αυθυποβολή του «αλλού», σε μια γελοία ή τραγική κοροϊδία του εαυτού τους.

Έλεγα λοιπόν για τον γνωστό που αποφάσισε να γυρίσει στην Πατρίδα. Και πήγε σε ένα νησί του Αιγαίου. Αγόρασε ένα σπίτι. Χαμόσπιτο. Χωρίς καλώδια του ηλεκτρικού, τρεχούμενο νερό και εσωτερικές ευκολίες. Το επίπλωσε με «παλιατζούρες» μαζεμένες από τα σκουπίδια, από γειτόνους που προτιμούν την πλαστικούρα του συρμού από την τέχνη και τον κόπο του χεριού και της καρδιάς. Κι εκεί πήγε με τη γυναίκα του και μένει ευτυχισμένος. Φέτος αγόρασε άλλο ένα τέτοιο χαμόσπιτο, και το νοικιάζει σε σπάνια πουλιά, σαν του λόγου του. Που γύρισαν, είδαν τα άστεα και τους νόες των ανθρώπων, και βρήκαν το νόημα της ζωής σε μια ζωή χωρίς ευκολίες, για τούτο εύκολη σαν το νερό που κυλά από αιώνες στην κοίτη του.

Μπορούμε να γίνουμε αντρειωμένοι;

Μπορούμε σαν τους ξυπόλυτους του ’21 να σηκωθούμε; Με όραμα, με απόφαση. Με εμπιστοσύνη στα πόδια και τα χέρια μας. Με την ενέργεια του μυαλού μας. Με το αεράκι της ψυχής. Και με το λάδι της καρδιάς να φέγγει το δρόμο. Μπορούμε να δρασκελίσουμε το φόβο; Να ανασάνουμε αέρα ελεύθερο, λυτρωτικό, ζωογόνο; Να μηδενίσουμε, να διαγράψουμε, να ξαναζήσουμε; Γιατί όχι; Μια φορά κανείς πεθαίνει.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΠΠΑ

(Δημοσιεύθηκε στο Φ.896 της εφημερίδας ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s