O Eθνικιστής Ελύτης, ο Σάκης και ο Μίκυ

ImageHandler

Τι χειρότερο να έχει κάνει ο Ρουβάς;

Το Άξιον Eστί είναι από τα ελάχιστα έργα της μουσικής παραγωγής της χώρας μας που έχει μνημειωθεί με έναν και μοναδικό τρόπο σε 3-4 γενιές, και κάθε νέα απόπειρα ερμηνείας του απλώς καταδικάζει τους νεότερους καλλιτέχνες σε μια άδικη σύγκριση. Δεν είναι μόνο η αξεπέραστη φωνή του Μπιθικώτση που από μόνη της αποτελεί πήχη στον Θεό για τους τραγουδιστές που θα πουν αυτά που τραγούδησε, πολύ περισσότερο είναι ο μύθος που περιέβαλε εκείνο το βινύλιο με το εξώφυλλο του Τσαρούχη που κυκλοφορούσε χέρι με χέρι, σαν φυλακτό, τα χρόνια της παρανομίας. Αποτέλεσε το κρυφό ποίημα και το μουσικό ρίγος πολύ ταραγμένων εποχών, έτσι που ήταν αναπόφευκτο να καλουπωθεί στο συλλογικό υποσυνείδητο πάνω στις φωνές του Κατράκη, του Δημήτριεφ και του Μπιθικώτση.

Δεν ήσαν άγιοι οι συντελεστές του. Ο Ελύτης εκτός από μερικά από τα σημαντικότερα ελληνικά ποιήματα του περασμένου αιώνα, μας άφησε παρακαταθήκη και την πιο εθνικιστική θέση για το Μακεδονικό- δική του ήταν η πολύ ποιητική και  εθνικά πολύ αποπροσανατολιστική ρήση «το όνομά μας είναι η ψυχή μας». Ο Μίκης Θεοδωράκης ανάμεσα στις ιδιοφυείς συνθέσεις και τα επικά τραγούδια που μας κληροδότησε για πάντα (και τον ευγνωμονούμε), συχνά μας προκάλεσε σύγχυση με τις τεθλασμένες διαδρομές του από την ΕΔΑ μέχρι τη ΝΔ και απο το ΚΚΕ μέχρι τη Σπίθα. Ο Μάνος Κατράκης πέρα από τις μνημειώδεις ερμηνείες του στο θέατρο, βιοπορίστηκε και με συμμετοχές σε φτηνά δράματα του σινεμά. Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης σημάδεψε τόσο ανεξίτηλα το Άξιον Εστί όσο ανεξίτηλα σημάδεψε τον ίδιο η εκτέλεση του ύμνου της 21ης Απριλίου. Ο Σάκης Ρουβάς δεν είναι δυνατόν να έχει κάνει κάτι χειρότερο από αυτό.

Θέλω να πω ότι κανείς δεν μπορεί να πει ότι ο Ρουβάς έχει αδυναμίες για αυτό δεν μπορεί να τραγουδήσει ένα έργο τιτάνων. Είχαν και αυτοί αδυναμίες. Το έργο όμως δεν έχει- έχει μόνο τρομακτική δύναμη που του την έχει δωσει η υψηλή τέχνη και η κοινή εμπειρία, και για αυτό μπορεί να συντρίψει ένα καλλιτέχνη που θα του δώσει άλλη εκδοχή. Το Άξιον Εστί δεν ανήκει στους δημιουργούς του- ανήκει σε όλους μας και ασφαλώς και στον Σάκη Ρουβά. Δεν είναι ανεπίτρεπτο λοιπόν να το ερμηνεύσει, δεν είναι ιεροσυλία, απλώς δεν είναι έξυπνο.

Οπωσδήποτε πάντως το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα αναμένεται με ενδιαφέρον. Θα είναι η πρώτη φορά που θα συνυπάρξει ένα βραβείο Νόμπελ, ένα βραβείο Λένιν και ένα βραβείο Γιουροβίζιον

πηγή

Αμφίπολη: Οι Καρυάτιδες δείχνουν 310 π.Χ.

amfipoli-karuatides

Μία «ανάγνωση» των ευρημάτων που έχει αποκαλύψει η ανασκαφή στον Τύμβο Καστά στην Αμφίπολη, από την πλευρά της αρχιτεκτονικής και της ιστορίας της Τέχνης.

Με 40 χρόνια εργασίας στην Εφορεία της Ακρόπολης, ο έμπειρος αρχιτέκτων και ιστορικός Τέχνης, Κωστής Καζαμιάκης, μιλά στο TheTOC.gr για τον Τύμβο Καστά, τον οποίον επισκέφθηκε τελευταία φορά πριν από μία εβδομάδα.

Παρότι δεν εισήλθε στο μνημείο, λαμβάνοντας υπόψιν «χρονολογικά τεκμήρια δόμησης» και «ανασκαφικά δεδομένα» τοποθετεί τη δόμηση του Τύμβου γύρω στο 310 π.Χ.

Επίσης, θεωρεί ότι τα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία του Τύμβου δεν είναι ετερόκλητα, αλλά σύμφωνα «με τις ισχύουσες αρχές της ταφικής μνημειακής αρχιτεκτονικής της εποχής», ενώ ερωτηθείς για τις παραστάδες – Καρυάτιδες από θασίτικο μάρμαρο, απαντά ότι, «μέχρι σήμερα, δεν έχουν βρεθεί Καρυάτιδες σε άλλους Μακεδονικούς τάφους…».

Με τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου αλλάζουν όλα

Ο Κωστής Καζαμιάκης υπογραμμίζει εκ νέου τη σημασία που έχει για τη «λύση του μυστηρίου» η χρονική «στιγμή».

«Με τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το 323 π.Χ. τελειώνει η κλασική εποχή και αρχίζει η ελληνιστική εποχή. Σ’ αυτό το κομβικό χρονολογικό σημείο πολλά αλλάζουν στον ελληνικό κόσμο».

»Βρισκόμαστε στην εποχή όπου έχουν δημιουργηθεί νέες πολύ μεγάλες δυνατότητες για τον ελληνικό πολιτισμό και το ελληνικό πνεύμα. Τα βασίλεια των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου παίρνουν την οριστική τους μορφή το 306 π.Χ. στην Ελλάδα, Μικρά Ασία, Μέση Ανατολή και Αίγυπτο. Στην Ελλάδα, στη σπουδαία Αμφίπολη, κτίζεται λαμπρό ταφικό μνημείο μεγάλων διαστάσεων, το οποίο αποκαλύπτεται σταδιακά αυτές τις μέρες…».

Ελευθερία στη σύνθεση

«Το μνημείο αυτό έχει δομηθεί με τις ισχύουσες αρχές της ταφικής μνημειακής αρχιτεκτονικής της εποχής: Ελευθερία στη σύνθεση, περίτεχνες αρχιτεκτονικές ιδέες και διακοσμητική διάθεση» λέει ο Κωστής Καζαμιάκης και συνεχίζει: «Τα επί μέρους στοιχεία της σύνθεσης του μνημείου ( Σφίγγες, Καρυάτιδες, ανάγλυφα, φατνώματα, χρώματα,…) τονίζουν την σημασία του ή των θνητών που ετάφησαν εκεί μέσα. Ο ταφικός περίβολος είναι κυκλικός για δομικούς, στατικούς και αισθητικούς λόγους….».

Δόμηση γύρω στο 310 Π.Χ.

Πόσο δύσκολη είναι η χρονολόγηση του μνημείου: «Με τα μέχρι τώρα ευρήματα – χρονολογικά τεκμήρια δόμησης και ανασκαφικά δεδομένα- θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι το μνημείο δομήθηκε γύρω στο 310 π.Χ.»

Φρουρά με Σφίγγες και Καρυάτιδες

«Η Σφίγγα είναι ένα φανταστικό πλάσμα που συμβολίζει την απόλυτη προστασία του χώρου που βρίσκεται. Παρόμοιο χαρακτήρα έχουν και οι Καρυάτιδες που φρουρούν τον ιερό χώρο. ( Στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη στη Σερβία, στο Βελιγράδι, δύο Καρυάτιδες φυλάνε τη μνήμη των πεσόντων).

Καρυάτιδες σε άλλους μακεδονικούς τάφους –όχι, πρώτη φορά

Παρότι οι μακεδονικοί τάφοι που έχουν μέχρι τώρα ανασκαφεί δεν είναι περισσότεροι από 70, η ερώτηση εάν έχουν αποκαλυφθεί Καρυάτιδες σε τάφους «μακεδονικού τύπου» είναι αυτονόητη. Ο Κωστής Καζαμιάκης είναι σαφής: «Μέχρι σήμερα δεν έχουν βρεθεί Καρυάτιδες σε άλλους Μακεδονικούς τάφους».

Καρυάτιδες της Αμφίπολης και Καρυάτιδες της Αθήνας

«Οι Καρυάτιδες του Ερεχθείου είναι παλιότερες κατά 100 χρόνια και είναι κλασικά γλυπτά μεγάλης τέχνης. Λειτουργούν δε και ως κίονες στηρίζοντας τον υπερκείμενο θριγκό. Επίσης ήταν σε περίοπτη θέση και άμεσα ορατές από πολλά σημεία του ιερού βράχου της Ακρόπολης» σημειώνει ο Κωστής Καζαμιάκης, ο οποίος καταλήγει λέγοντας ότι πέρα από τη συγκυρία της ανασκαφής στον Τύμβο Καστά «ό,τι έχει αποκαλυφθεί στην Αμφίπολη αποτελεί μόλις το 5% των όσων θα βρεθούν στους επόμενους … 5 αιώνες. Γιατί τόσο χρειάζεται για να ανασκαφεί αυτός ο εξαιρετικός και αχανής αρχαιολογικός χώρος…».

πηγή

WILHELM MULLER (1794-1827) : Η ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ

6577412

Τι θα ήσουν, ω Ελλάδα, αν δεν είχες λευτεριά;

Τι θα ήτανε ο κόσμος δίχως σε, Ελλάδα μου;

Όλοι οι λαοί, ελάτε,

Να τα στήθη

Που σας βύζαξαν

Με το γάλα στης σοφίας!

Θα τα σκίσουν βάρβαροι;

Να τα μάτια

Που σας φώτισαν

Με αχτίνες θείου κάλλους!

Βάρβαροι θα τα τυφλώσουν;

Να η φλόγα

Που με ζέστη

Μπήκε μέσα στην καρδιά σας,

Και σας είπε

Ποιοι είστε,

Τι χρέος έχετε,

Κ’ έτσι αιστανθήκατε

Του ανθρωπισμού τη χάρη,

Την ελευθερία σας!

Θα την πνίξουν βάρβαροι;

Όλοι οι λαοί, ελάτε,

Λευτερώστε εκείνους,

Που σας σας λευτερώσανε!

Τι θα ήσουν, ω Ελλάδα, αν δεν είχες λευτεριά;

Τι θα ήτανε ο κόσμος δίχως σε, Ελλάδα μου;

(Μεταφρ. ALEXANDER STEINMETZ)

 

O Wilhelm Muller γεννήθηκε το 1794 στο Dessau της Βορείου Γερμανίας. Ως μαθητής Γυμνασίου ήταν ενθουσιώδης φίλος του ελληνικού πολιτισμού. Αποφάσισε να σπουδάσει αρχαία φιλολογία στο Βερολίνο όπου δίδασκε ο Friedrich August Wolf, ο γνωστός ερευνητής των Ομηρικών επών, του οποίου έγινε ο πιο αγαπητός μαθητής.

Αφιέρώσε την ποιητική του ιδιοφυΐα στην ιδέα της εθνικής ελευθερίας. Γι’ αυτό και ονομάζεται «ο γερμανός Μπάυρον».

Στη Γερμανία έγινε γνωστός κυρίως από τα ποιήματά του, όπου τραγούδησε τη φύση, αλλά και -με το πνεύμα ενός Ανακρέοντα- τον έρωτα και το κρασί. Μερικά από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν από τον Franz Schubert, όπως λ.χ. η «Φλαμουριά», που είναι γνωστή και στην Ελλάδα. Όχι λιγώτερο γνωστός έγινε και από τα πολλά του «Ελληνικά τραγούδια» («Griechenlieder»). Ακόμα, κατά τις πρώτες δεκαετηρίδες του αιώνος μας, ήταν λίγοι εκείνοι που δεν ξέρανε απ’ έξω τον «Μικρόν Υδραίο» και τον «Αλέξανδρο Υψηλάντη». Το 1827 ο ποιητής, που τόσο αγαπούσε την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό, έχασε τη ζωή του από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 33 χρονών…

The Tyger

The-tiger
Τίγρη, τίγρη, φλεγόμενη λάμψη
στης νυκτός τα δάση:
Ποιο αθάνατο χέρι ή ματιά
μπορεί να παραστήσει την τρομακτική σου συμμετρία;

Σε τι απύθμενα βάθη ή ουρανούς
έκαιγε η φωτιά των ματιών σου;
Με τι φτερά αποθαρρεύεται να σε γυρεύει;
Ποιο το χέρι π’ αποτολμά ν’ αναμετρήσει τη φωτιά;

Και ποιοι είναι οι ώμοι και ποια η τέχνη
Που θα λύγιζαν το σφρίγος της καρδιάς σου;
Και άμα τούτη η καρδιά αρχίζει να πάλλεται,
Ποιο τρεμάμενο χέρι; Και ποια τρεμάμενα πόδια;

Ποιο το σφυρί; Ποια η αλυσίδα;
Σε ποιο καμίνι χωνεύτηκε το μυαλό σου;
Ποιο το αμόνι; Ποια τρομερή λαβή;
Τολμά τους θανατηφόρους φόβους της να σου περάσει;

Όταν τ’ άστρα έριξαν τα δόρατα τους
Και πότισαν τα ουράνια με τα δάκρυα τους:
Χαμογέλασε όταν είδε το έργο Του
Αυτός που έπλασε τ’ αρνί και εσένα έχει πλάσει;

Τίγρη, τίγρη, φλεγόμενη λάμψη
Στης νυκτός τα δάση!
Ποιο αθάνατο χέρι η ματιά
Τολμά να παραστήσει την τρομακτική σου συμμετρία;

William Blake (1757-1827)

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές: Η αποχαιρετιστήρια επιστολή

 

Ο βραβευμένος με το Νόμπελ λογοτεχνίας Κολομβιανός συγγραφέας Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές (6/3/1927 – 17/4/2014) έχει αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή για λόγους υγείας. Η αποχαιρετιστήρια επιστολή που ακολουθεί εστάλη από τον συγγραφέα στους φίλους του.

Gabriel_Garcia_Marquez

“Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ.

Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι’ αυτό που αξίζουν, αλλά γι’ αυτό που σημαίνουν.

Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!

Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.

Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ’ ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ’ αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους…

Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή… Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.

Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους… Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.

Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ’ αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.

Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ’ αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να βγαίνεις απ’ την πόρτα, θα σ’ αγκάλιαζα και θα σου ‘δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’ έβλεπα, θα έλεγα “σ’ αγαπώ” και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη.

Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μάς δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ‘θελα να σου πω πόσο σ’ αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.

Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι’ αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν’ το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία.Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις “συγνώμη”, “συγχώρεσέ με”, “σε παρακαλώ”, “ευχαριστώ” κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.

Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα.”

ΠΗΓΗ.ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ-ΤΑΞΙΔΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

ΠΗΓΗ

Άγγελος Σικελιανός: Είμαι τετρακάθαρα Εθνικιστής – 63 χρόνια από το θάνατο του

Σαν σήμερα περνάει στην αιωνιότητα και στο πάνθεον των Ελληνικών Γραμμάτων, ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός. Γεννηθείς στην Λευκάδα στα τέλη του 19ου αιώνα και συγκεκριμένα στις 15 Μαρτίου του 1884, ο Σικελιανός υπήρξε φλογερός πατριώτης, ελληνοκεντρικός και ελληνολάτρης, όπως κάθε άνθρωπος ικανός για πνευματική δημιουργία και σκέψη.

Η πρώτη του ποιητική προσπάθεια υπό μορφή συλλογής, έπειτα από χρόνια επαφών με πραγματικούς πνευματικούς ανθρώπους, που προφανώς δεν είχαν ουδεμία σχέση με τα…
σκύβαλα που ποζάρουν σήμερα ως «διανοούμενοι», ήταν η ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Αλαφροΐσκιωτος», η οποία έκανε αίσθηση στους τότε φιλολογικούς κύκλους.

Στην συνέχεια και μετά από μία περίοδο έντονης πνευματικής αναζητήσεως κυκλοφορεί η τετράτομη ποιητική συλλογή, «Πρόλογος στη Ζωή», απαρτιζόμενοι από τους τόμους «Η Συνείδηση της Γης μου» και «Η Συνείδηση της Φυλής μου» του 1915 και τους τόμους «Η Συνείδηση της Γυναίκας» του 1916 και τον «Η Συνείδηση της Πίστης» του 1917.

Πολλά έχουν γραφεί και ειπωθεί για τον Σικελιανό μετά τον θάνατο του. Δεν θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη που αυτό γίνεται, αφού κυρίως στην μεταπολίτευση, η αριστερά – κυρίως – έδειξε την ανάγκη οικειοποίησης πνευματικών ανθρώπων σε μια ιδιότυπη προσπάθεια να κατακτηθεί πνευματικά η κοινωνία από τα υλιστικά μηδενικά. Όμως πριν προχωρήσουμε στη συνέχεια περί του έργου και της προσφοράς του Μεγάλου Σικελιανού, ας παραθέσουμε μία επιστολή του Σικελιανού, προς τον Εθνικιστή Ίωνα Δραγούμη, όπως αυτή δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» της 6ης Ιουλίου του 1997:

«Αξιότιμε Φίλε,

Αν άργησα υπερβολικά κι ελπίζω όχι ασυγχώρητα να σας πω τη βαθιά μου τιμή για το βιβλίο σας «Όσοι Ζωντανοί» και να σας σφίξω εγκάρδια το χέρι, σας παρακαλώ να το αποδώσετε στην  καθόλου βιαστικήν υπόληψη που του ώφειλα.

Καθώς ίσως θα ώφειλα ν’ απαντήσω με μια λέξη στο λοξό ερώτημα σας για την ανθρώπινη μου πίστη: «Είμαι τετρακάθαρα Εθνικιστής». Μόνο που και πάλι βιαστικός ο λόγος μου, όσο δεν τον φανερώνει το έργο που αφιέρωσα τη ζωή μου. Και το λέγω μόνο με την απλή ιδέα πως αν συναντιέται με την σκέψη σας, δε δείχνει παρά μία απ’ τις εσώτερες αφορμές της εκτίμησης μου. Θα ήθελα και ό,τι άλλο ετυπώσατε· αλλά καθώς σε λίγο και πολύ πιθανό να περάσω στην Ελλάδα για κάμποσο, θα σας δώσω διεύθυνση απ’ αλλού, αν δεν τύχει να σας ιδώ. Μένω ωστόσο με τιμή.
Άγγελος Σικελιανός»

Το επόμενο διάστημα ο Σικελιανός ασχολήθηκε με την «Δελφική Ιδέα», δίνοντας διαλέξεις και οργανώνοντας τις «Δελφικές Εορτές» με παραστάσεις του Προμηθέα Δεσμώτη και των Ικέτιδων να ανεβαίνουν στο αρχαίο θέατρο. Το 1943 που έφυγε από κοντά μας ο σύγχρονος Τιτάνας, Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός του αφιέρωσε το ομώνυμο ποίημα, το οποίο και απήγγειλε κατά την διάρκεια της κηδείας του:

«Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;
Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ’ αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ’ τον στα χέρια
γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ’ ένα μόνο ανασασμόν: «Ο Παλαμάς !»,
ν’ αντιβογκήσει τ’ όνομά του η οικουμένη !
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει…
κι ακέριος φλέγεται ως με τ’ άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.
Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,
που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !»

Ο Σικελιανός υπήρξε 5 φορές προτεινόμενος για Νόμπελ Λογοτεχνίας και ήτο πρόεδρος της Εταίριας Ελλήνων Λογοτεχνών κατόπιν εκλογής του το 1946. Σαν σήμερα, στις 19 Ιουνίου του 1951 φεύγει από κοντά μας, αφήνοντας την Ελληνική Πνευματική ζωή ακόμα πιο κενή. Σας παραθέτουμε τέλος ένα από τα ανώτερα έργα του, το «Πνευματικό Εμβατήριο»

Σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι,
(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο)
στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας λευτεριᾶς σου, Ἑλλάδα,
μοῦ ἀναλαμπάδιασε ἄξαφνα ἡ ψυχὴ σὰν νἆταν
ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα, ἢ ὡς νἆχα, τ᾿ ἅγιο κελὶ
Τοῦ Ἡράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια,
γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἔχαλκευσε τοὺς λογισμούς του
καὶ τοὺς κρεμνοῦσε ὡς ἄρματα στῆς Ἔφεσος τὸ Ναό…
Γιγάντιες σκέψεις, σὰ νέφη πύρινα ἢ νησιὰ πορφυρωμένα
σὲ μυθικὸν ἡλιοβασίλεμα, ἄναβαν στὸ νοῦ μου,
τὶ ὅλη μου καίονταν μονομιᾶς ἡ ζωὴ στὴν ἔγνοια
τῆς καινούργιας λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα. γι᾿ αὐτὸ δὲν εἶπα:
Τοῦτο εἶναι τὸ φῶς τῆς νεκρικῆς πυρᾶς μου…
Δαυλὸς τῆς Ἱστορίας Σου, ἔκραξα εἶμαι, καὶ νά,
ἂς καεῖ σὰν δάδα τὸ ἔρμο μου κουφάρι, μὲ τὴν δάδα τούτην,
ὀρθὸς πορεύοντας, ὡς μὲ τὴν ὕστερη ὥρα,
ὅλες νὰ φέξουν τέλος οἱ γωνιὲς τῆς οἰκουμένης,
ν᾿ ἀνοίξω δρόμο στὴν ψυχή, στὸ πνεῦμα, στὸ κορμί Σου, Ἑλλάδα.
Εἶπα, καὶ ἐβάδισα
κρατώντας τ᾿ ἀναμμένο μου συκώτι στὸν Καύκασό Σου,
καὶ τὸ κάθε πάτημά μου ἦταν τὸ πρῶτο,
κι ἦταν, θάρρευα, τὸ τελευταῖο,
τὶ τὸ γυμνό μου πόδι ἔπατει μέσα στὰ αἵματά Σου,
τί τὸ γυμνό μου πόδι ἐσκονταυε στὰ πτώματά Σου,
γιατὶ τὸ σῶμα, ἡ ὄψη μου, ὅλο μου τὸ πνεῦμα καθρεφτιζόταν,
σὰ σὲ λίμνη, μέσα στὰ αἱματά Σου.
Ἐκεῖ, σὲ τέτοιον ἄλικο καθρέφτη. Ἑλλάδα, καθρέφτη ἀπύθμενο,
καθρέφτη τῆς ἀβύσσου, τῆς Λευτεριᾶς Σου καὶ τῆς δίψας Σου,
εἶδα τὸν ἑαυτό μου βαρὺ ἀπὸ κοκκινόχωμα πηλὸ πλασμένο,
καινούργιο Ἀδὰμ τῆς πιὸ καινούργιας Πλάσης
ὅπου νὰ πλάσουνε γιὰ Σένα μέλλει. Ἑλλάδα.
Κι εἶπα:
Τὸ ξέρω, ναὶ ποὺ κι οἱ Θεοί Σου,
οἱ Ὀλύμπιοι χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,
γιατὶ τοὺς θάψαμε βαθειὰ βαθειά, νὰ μὴν τοὺς βροῦν οἱ ξένοι.
Καὶ τὸ θεμέλιο διπλὸ στέριωσε κι᾿ ἐτριπλοστεριωσε
ὅλο μ᾿ ὅσα οἱ ὀχτροί μας κόκαλα σωριάσανε ἀποπάνω…
κι᾿ ἀκόμα ξέρω πὼς γιὰ τὶς σπονδὲς καὶ τὸ τάμα
τοῦ νέου Ναοῦ π᾿ ὀνειρευτήκαμε γιὰ Σένα, Ἑλλάδα,
μέρες καὶ νύχτες τόσα ἀδέλφια σφάχτηκαν ἀνάμεσά τους,
ὅσα δὲ σφάχτηκαν ἀρνιὰ ποτὲ γιὰ Πάσχα…
Μοίρα, κι ἡ Μοίρα Σου ὡς τὰ τρίσβαθα
δική μου κι᾿ ἀπ᾿ τὴν Ἀγάπη, ἀπ᾿ τὴ μεγάλη δημιουργὸ Ἀγάπη
νὰ ποὺ ἡ ψυχή μου ἐσκλήρυνεν,
ἐσκλήρυνε καὶ μπαίνει ἀκέρια πιὰ μέσα στὴ λάσπη
καὶ μέσ᾿ τὸ αἷμα Σου, νὰ πλάσῃ τὴ νέα καρδιὰ
ποὺ χρειάζεται στὸ νιό Σου ἀγώνα, Ἑλλάδα.
Τὴ νέα καρδιὰ ποὺ κιόλας ἔκλεισα στὰ στήθη
καὶ κράζω σήμερα μ᾿ αὐτὴ πρὸς τοὺς συντρόφους ὅλους.
Ὀμπρὸς βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπ᾿ τὴν Ἑλλάδα,
ὀμπρός, βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπὸ τὸν κόσμο.
Τὶ, Ἰδέτε· ἐκόλλησεν ἡ ρόδα του βαθειὰ στὴ λάσπη,
κι ἄ, ἰδέτε χώθηκε τ᾿ ἀξόνι του βαθειὰ μέσ᾿ τὸ αἷμα.
Ὀμπρός, παιδιά, καὶ δὲ βολεῖ μονάχος ν᾿ ἀνέβῃ ὁ ἥλιος,
σπρῶχτε μὲ γόνα καὶ μὲ στῆθος νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὴ λάσπη,
σπρῶχτε μὲ στῆθος καὶ μὲ γόνα νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὸ γαῖμα.
Δέστε, ἀκουμπᾶμε ἀπάνω τοῦ ὁμοαίματοι ἀδελφοί του.
Ὀμπρός, ἀδέλφια, καὶ μᾶς ἔζωσε μὲ τὴ φωτιά του,
ὀμπρός, ὀμπρὸς κι ἡ φλόγα του μᾶς τύλιξε ἀδελφοί μου.
Ὀμπρὸς οἱ δημιουργοί.. Τὴν ἀχθοφόρα ὁρμή Σας,
στυλῶστε μὲ κεφάλια καὶ μὲ πόδια, μὴ βουλιάξει ὁ ἥλιος.
Βοηθᾶτε με κι ἐμένανε ἀδελφοί, νὰ μὴ βουλιάξω ἀντάμα..
Τὶ πιὰ εἶν᾿ ἀπάνω μου καὶ μέσα μου καὶ γύρα.
Τὶ πιὰ γυρίζω σ᾿ ἕναν ἅγιον Ἴλιγγο μαζί του…
Χίλια καπούλια ταῦροι τοῦ κρατᾶν τὴ βάση, δικέφαλος ἀητός·
κι ἀπάνω μου τινάζει τὶς φτεροῦγες του καὶ βογγάει ὁ σάλαγός του,
στὴν κεφαλή μου πλάι καὶ μέσα στὴν ψυχή μου.
καὶ τὸ μακριὰ καὶ τὸ σιμὰ γιὰ μένα πιὰ εἶν᾿ ἕνα…
Πρωτάκουστες βαρεῖες μὲ ζώνουν Ἁρμονίες,
ὀμπρός, σύντροφοι, βοηθᾶτε νὰ σηκωθεῖ νὰ γίνει ὁ ἥλιος πνεῦμα.
Σιμώνει ὁ νέος ὁ Λόγος π᾿ ὅλα θὰ τὰ βάψῃ,
στὴ νέα του φλόγα. νοῦ καὶ σῶμα. ἀτόφιο ἀτσάλι…
Ἡ γῆ μας ἀρκετὰ λιπάστηκε ἀπὸ σάρκα ἀνθρώπου…
παχιὰ καὶ καρπερά, νὰ μὴν ἀφήσουνε τὰ σώματά μας
νὰ ξεραθοῦν ἀπ᾿ τὸ βαθὺ τοῦτο λουτρὸ τοῦ αἵμα του πιὸ πλούσιο,
πιὸ βαθὺ κι ἀπ᾿ ὅποιο πρωτοβρόχι.
Αὔριο νὰ βγεῖ ὁ καθένας μας μὲ δώδεκα ζευγάρια βόδια
τὴ γῆ αὐτὴ νὰ ὀργώσει τὴν αἱματοποτισμενη…
Ν᾿ ἀνθίση ἡ δάφνη ἀπάνω της καὶ δέντρο ζωῆς νὰ γένη,
καὶ ἡ Ἄμπελός μας νὰ ἁπλωθεῖ ὡς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης…
Ἔτσι, σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι
(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο)
στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας Λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα
ἀναψυχώθηκε ἄξαφνα τρανὴ ἡ κραυγή μου, ὡς νἆταν
ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα ἢ ὡς νἆχα τ᾿ ἅγιο κελὶ
τοῦ Ἠράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια,
γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἐχάλκευε τοὺς στοχασμούς του
καὶ τοὺς κρεμνοῦσε ὡς ἄρματα στῆς Ἔφεσος τὸ ναὸ
ὡς Σᾶς ἔκραζα σύντροφοι.

Κώστας Αλεξανδράκης