Tα Ειρηνικά σας εύχονται για το 2015

IMG_6849

Εμπρός σε μια καινούρια χρονιά, λοιπόν.

Με χαρά, για να σκάνε οι εχθροί μας.

Με σχέδιο, για να μην πηγαίνει χαμένος ο κόπος μας.

Με πίστη, γιατί είναι πιο δυνατή κι απ’ τη φωτιά.

Προχωρούμε ενωμένοι και αποφασισμένοι

για την Ελλάδα που θέλουμε, την Ελλάδα που αξίζει στην Ιστορία και τον Πολιτισμό μας.

Εμπρός

να βάλουμε σε δράση τις δυνάμεις του Εθνους.

Εμπρός

να ξεβρωμίσει ο τόπος.

Κανένας κόπος δεν είναι λίγος.

Καμιά θυσία δεν είναι πολλή.

Χρόνια Πολλά με υγεία και ευτυχία.

Ζήτω η Νίκη!

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΠΠΑ

H Aθήνα μου (ένα χριστουγεννιάτικο κείμενο της Οχιάς)

omonoia_680_20_294766_2464T6

 

Θυμάμαι μιαν Αθήνα διαφορετική.
Θυμάμαι τέτοια εποχή τις γυναίκες να προχωρούν στη Σταδίου με τα ψηλά τακούνια τους και τα μακριά παλτό τους κρατώντας χρωματιστές νάυλον τσάντες και τη λουστρίνι τσάντα τους περασμένη κομψά στο χέρι.
Ανεβαίνουν τη Σταδίου, στον Προμηθέα για βιβλία κι επιτραπέζια, κατεβαίνουν στον Κατράντζο να ψωνίσουν για το σύζυγο, το γιο, τον αδελφό, στο Λαμπρόπουλο για τις δικές τους μικρές πολυτέλειες, και στο Μινιόν για να χαζέψουν με τα παιδιά τη βιτρίνα με τον Αη Βασίλη και τα ξωτικά που κινούν πάνω-κάτω τα χέρια τους φτιάχνοντας νυχθημερόν τα πρωτοχρονιάτικα δώρα που θα μπουν σε λίγες μέρες κάτω από το δέντρο.

Στις βιτρίνες του Μινιόν και του Λαμπρόπουλου στριμώχνουμε τις μύτες μας στο τζάμι για να ρουφήξουμε τη μαγεία των τέλεια εορταστικών διακοσμήσεων.
Μετά θα ανεβούμε στον έβδομο για να φωτογραφηθούμε με τον Αη Βασίλη και να μας δώσει από το σακούλι του ένα δώρο.

Μπορεί και σε άλλες πόλεις του κόσμου άλλα παιδιά να κάνουν το ίδιο, την ίδια ώρα με μας. Αλλά για μας, αυτός είναι ο κόσμος μας, η Σταδίου, η Ρόμβης, η Μητροπόλεως. Τα μαγαζιά όπου οι μαμάδες μας κάνουν με ακρίβεια και προσμονή τις αγορές τους. Στο Salon Vert για υφάσματα, για κασμίρια και φόδρες στην Αθηναία, για κουμπιά, πατρόν και μπουτουνιέρες στην Ρόμβης.

Τα στρογγυλεμένα από το χρόνο, απαλά στο άγγιγμα ράφια του Προμηθέα, η μυρωδιά από τα βιβλία στον Αστέρα, κι απέναντι, τα ηλεκτρικά τρενάκια που ταξίδευαν μέσα από χιονισμένα έλατα και γραφικά βαυαρέζικα χωριουδάκια, και που μόνο τ’ αγόρια μπορούσαν να αποκτήσουν.
Αυτόν τον κόσμο τον μάθαμε και τον αγαπήσαμε σαν τον κάλο στο μεσαίο δάχτυλο του δεξιού μας χεριού, σημάδι και απόδειξη της μελετηρής μας σχολικής ζωής.

Μέχρι που κάποιοι, καθώς μεγαλώναμε, καθηγητάδες και γραφειάδες, μας είπαν με ύφος περισπούδαστο πως ο κόσμος που φτιάξαν οι γονείς μας ήταν λέει, αστικός, και γι’ αυτόν θα έπρεπε να ντρεπόμαστε. Μας έδειξαν παιδάκια σκελετωμένα στην Αφρική και γέμισαν το μυαλό μας τύψεις για τα παιχνίδια μας, για τις μανάδες μας, για το κυριακάτικο ψητό στο φούρνο με πατάτες. Εκείνοι, ήξεραν, έλεγαν, κάποιον τρόπο καλύτερο, έναν κόσμο όπου όλοι θα μοιράζονταν όλα, όπου όλοι θα ζούσαν αγαπημένοι κι ευτυχισμένοι.

Εκείνο που δεν μας είπαν ήταν ότι τον κόσμο αυτό θα τον έφτιαχναν ισοπεδώνοντας τον δικό μας, ότι θα έφτιαχναν τον ψευδόκοσμό τους παίζοντας στο χρηματιστήριο τις συντάξεις των γονέων μας, ότι θα πουλούσαν και την μαύρη τους ψυχή για να κερδίσουν αξιώματα, φήμη και χρήμα, και ότι θα μας κοιτούσαν από πάνω με υπεροψία γιατί τάχαμου ήξεραν πως ο κόσμος μας ο αστικός, ο ελληνορθόδοξος, ο τακτοποιημένος δεν θα κρατούσε πολύ, αφού φρόντισαν οι ίδιοι με τη δική μας ένοχη αφέλεια να τον καταστρέψουν.

Κι όμως. Αυτή η Αθήνα, αυτοί οι δρόμοι, αυτές οι όχι τόσο μακρινές μνήμες είναι η ζωή μας. Οι δρόμοι όπου βαδίζαμε ασφαλείς και χαρούμενοι, οι γειτονιές μας που γυρίζαμε ξημερώματα χωρίς κανείς ποτέ να μας πειράξει, είναι η πατρίδα μας.

Είναι η δουλειά των γονιών μας, είναι το τραύμα του παππού μας το ’40, είναι το αίμα του προπάππου μας το ’21, είναι μια μακριά συστάδα από απελάτες και ραψωδούς, από γεωργούς και πολεμιστές. Είναι οι ατελείωτες ώρες της μάνας μας πάνω στη βελόνα, είναι τα τραχιά χέρια της γιαγιάς μας στον τρύγο, είναι οι ευχή της προγιαγιάς μας να ξεπροβοδίζει τον παππού μας για το μέτωπο, είναι ένα μακρύ χοροστάσι από γυναίκες που μας γέννησαν και μας ανέθρεψαν. Αυτοί έφτιαξαν τις γειτονιές που ζούμε, τα μαγαζιά που ψωνίζουμε, τις ανέσεις που απολαμβάνουμε. Και τίποτα, μα τίποτα από αυτά δεν είμαστε διατεθειμένοι να χαρίσουμε σε κανέναν λεχρίτη αριστεριστή, σε κανέναν πρεζέμπορο, σε κανέναν μαστροπό, σε κανένα περισπούδαστο ψώνιο, ό,τι χρώμα κι αν έχει το δέρμα του.

Γι’ αυτήν την Αθήνα, γι’ αυτές τις πόλεις, γι’ αυτά τα χωριά, γι’ αυτές τις αναμνήσεις που είναι η ζωή μας και δεν τη χαρίζουμε, δεν την πουλάμε, δεν τη χρωστάμε σε κανέναν τοκογλύφο, σε κανέναν πολιτικάντη, σε κανέναν νταβατζή, έλληνα ή ξένο.

Γιατί η ζωή μας δεν είναι δική μας να την παραδώσουμε, να τη χαρίσουμε ή να την πετάξουμε στα σκουπίδια. Είναι η ζωή των προγόνων μας και η ζωή των παιδιών μας. Είναι ο σπόρος της ζήσης μας, ο σπόρος της Φυλής μας. Γι’ αυτή τη ζωή, γι’ αυτές τις πόλεις, γι’ αυτά τα θηκάρια των προγόνων μας θ’ αγωνιστούμε. Και πάνω απ’ όλα, για το παιδί που ζει μέσα μας, αιώνια έφηβοι, αιώνια ελέυθεροι, αιώνια΄Ελληνες. Ζήτω η Νίκη!

Η ΟΧΙΑ

 

H OXIA-Συγκρίσεις

902__article

Πριν μερικές μέρες ένας εν ενεργεία κυβερνητικός παράγων απηυδισμένος από την αμετροέπεια μιας κομμουνίστριας-βουλευτή, κατέφυγε σε ένα νερόβραστο «κρατάτε με θα την δείρω». Δεν χρειάστηκε να τον κρατήσουν, δεν την έδειρε, αλλά ο σοβαρός, νηφάλιος, καθωσπρέπει και πάνω απ’ όλα καταλληλότερος για Πρωθυπουργός, τον εξεδίωξε με συνοπτικές διαδικασίες. Και καλά έκανε διότι ως γνωστόν ο Νεοδημοκράτης είναι ο πιο πιστός φίλος του Κουκουέ.

Ο κυριούλης που δεν τον έπαιζαν στα ΜΜΕ ως υφυπουργό αλλά τον διαπόμπευσαν ως επίδοξο Χρυσαυγίτη, αναπτύχθηκε μεν στο θερμοκήπιο της κομματικής μηχανής της ΝΔ, είχε όμως την ατυχία να μην βαστάει από τζάκι της Συγγρού, αλλά από τζάκι της Άρτας. Μα γιατί, άλλοι έχουν πει χειρότερα και δεν έχουν αποπεμφθεί, αναρωτήθηκε, έκλαψε, ζήτησε συγγνώμη, τον κατασπάραξαν τρεμάμενο τα δελτία. Του διέφυγε προφανώς ότι η Νέα Δημοκρατία δεν είναι Δεξιά, όπως νόμιζε ως φοιτητής, όταν εντάχθηκε στις τάξεις της. Είναι συνεργάτης του ΚΚΕ, του ΠΑΣΟΚ, και αύριο του Σύριζα.

Όσες δηλώσεις μετανοίας και αν προσέφερε ο αποπεμφθείς, για κάτι που δεν έκανε, οι βαρόνοι των ΜΜΕ, και ολόκληρο το «συνταγματικό τόξο» τον καταδίκασε.Διότι ως γνωστόν οι λέξεις «Χρυσή Αυγή» και τα παράγωγά της προκαλούν ντελίριο στου Μαξίμου και όσους παροικούν την Ιερουσαλήμ.

Αυτό που με στενοχωρεί στην περίπτωση Στύλιου (έτσι τον έλεγαν τον υφυπουργό που του πήρε το κεφάλι ο Σαμαράς για το χατίρι της κομμουνίστριας-βουλευτή) είναι ότι ήταν υφυπουργός Παιδείας. Και με στενοχωρεί γιατί η Παιδεία δίνεται με το παράδειγμα. Τι παράδειγμα να δώσει ο Στύλιος; Ένα παράδειγμα ανθρώπου δίκαιου και με τσαγανό του ήρθε στο νου, κι αυτό δεν ήταν από το κόμμα του, ήταν από την Χρυσή Αυγή.

Η περίπτωσή του πάντως έχει ένα θετικό. Τη βλέπει ο λαός και αναρωτιέται: Εάν για την αναφορά του ονόματος ενός Χρυσαυγίτη βουλευτή (του Ηλία Κασιδιάρη), καρατομείται σήμερα ένας υφυπουργός. Και εάν για μια καρέκλα αυτός ο υφυπουργός εξευτελίζεται έτσι, τι είδους διαπραγμάτευση κάνουν αυτοί οι καπεταναίοι με τα φυσεκλίκια σταυρωτά, που αντιπαλεύουνε μια Μέρκελ, ένα ΔΝΤ, έναν Νταβούτογλου;

Και κάτι ακόμα. Τι θα έκαναν τα θεριά της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ εάν βρίσκονταν μπροστά στον κίνδυνο να μπούνε φυλακή;

Γιατί οι Χρυσαυγίτες είχαν τις πληροφορίες τους μήνες πριν την επιχείρηση Δένδια-Αθανασίου-«με εντολή Σαμαρά». Και πολιτεύτηκαν όπως πολιτεύτηκαν, αναγκάζοντας την Μεταπολίτευση να πετάξει τον φερετζέ και να φανεί τι εστί «δημοκρατικό τόξο». Και είναι ένα χρόνο και πλέον στη φυλακή, όρθιοι και αποφασιστικοί, και ο λαός τους στηρίζει και τους κάνει τρίτο κόμμα της χώρας. Και να μην ξεχάσουμε ποτέ ότι δυο γενναίοι Χρυσαυγίτες, που επέλεξαν μαζί με άλλους να φυλάνε Θερμοπύλες, αντί να σαπίζουν όπως πολλοί συνομήλικοι τους στα χαμαιτυπεία του συστήματος, δολοφονήθηκαν. Γι’ αυτούς, να θυμίσουμε, οι περιφερειακοί σύμβουλοι του «συνταγματικού τόξου» αρνήθηκαν να υπογράψουν ψήφισμα καταδίκης των τρομοκρατών που τους δολοφόνησαν, με άλλα λόγια επιδοκίμασαν την δολοφονία τους. Αυτοί είναι οι «δημοκράτες» σε όλες τις βαθμίδες της διοίκησης.

Αυτοί είναι οι «δημοκράτες». Αυτοί είναι κι οι Χρυσαυγίτες. Βάλτε τους δίπλα-δίπλα και συγκρίνετε. Και μετά αποφασίστε και πράξτε αναλόγως.

(Αν σκεφτούμε βεβαίως τι θα έκαναν οι Τατσόπουλοι και οι Καμμένοι αν βρίσκονταν στη θέση των βουλευτών της Χρυσής Αυγής, το θέαμα θα ήταν γκροτέσκο…).

H OXIA

(Δημοσιεύθηκε στο Φ. 902 της εφημερίδας ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ)

Iωάννης Συκουτρής: Η ηρωική αντίληψις της ζωής

WALTER-CRANE-FREEDOM

Εδώ ακριβώς κείται η τραγικότης του ηρωικού ανθρώπου. Ριζωμένος είναι βαθύτατα εις το παρελθόν, τού οποίου είναι το εκλεκτότερον κάρπισμα·μέσα του συμπυκνώνει εις μοναδικόν βαθμόν εντάσεως το παρόν – και όμως αρνείται το παρόν και το μάχετ’ εν ονόματι του μέλλοντος, το οποίον ζη ο ίδιος προληπτικώς μόνον ως πραγματικότητα μέσα του. Και το μάχεται με τα όπλα και την ρώμην της ψυχής του, που είναι του παρόντος όπλα και ρώμη, το οποίον κατ’ αυτόν τον τρόπον χρησιμοποιεί ταυτοχρόνως και καταπολεμεί.

Κατ’ αυτόν τον τρόπον ζη ταυτοχρόνως ο ηρωικός άνθρωπος τον μεγαλύτερόν του πόνον και την μεγαλυτέραν του ελπίδα. Ζη την συντριβήν και τον πόνον του, αλλά ζη μαζί και την ηθικήν αναγκαιότητα του πόνου και του χαμού του. Κάτι περισ­σότερον: Ερωτεύεται την συντριβήν του, την χαίρετ’ εκ των προτέρων, αντλεί την ιλαρωτέραν του ακριβώς παρηγορίαν από την συντριβήν του.

Είναι το αλεξικέραυνον, που θα συγκεντρώση επάνω του (θα προσελκύση μάλλον εθε­λουσίως) όλας τας καταιγίδας και όλα τ’ άστροπελέκια, διά να προστατευθούν τα κατοικητήρια των ειρηνικών ανθρώπων. Αλ­λά θα το κάνη όχι από πνεύμ’ αλτρουισμού και εθελοθυσίας υπέρ των άλλων. Εις την ετοιμότητα του κινδύνου τον σύρει με ακαταμάχητον έλξιν η αισθητική, θα έλεγα, γοητεία του κινδύνου, η συναίσθησις ότ’ είναι προνόμιον των εκλεκτών (όχι καθήκον ή πράξις φιλανθρωπίας) να συντρίβωνται υπέρ των άλλων, υπό των άλλων – το πολυτιμότερον προνόμιον!

Αλλ’ ο ηρωικός άνθρωπος δεν δείχνεται εις την συντριβήν του μόνον, ή και εις την ετοιμότητα έστω προς συντριβήν. Ειδεμή, η ηρωική αντίληψις θα ήτο ιδεώδες θανάτου μόνον, όχι μορφή ζωής – και τι ζωής! Ο ηρωικός άνθρωπος, και μόνος αυ­τός, ζη έντονα και πλούσια ολόκληρον την ζωήν. Αλλά το να ζήση έντονα δεν σημαίνει δι’ αυτόν ό,τι συνήθως νοούμεν με την έκφρασιν αυτήν: να δοκιμάζη άφθονα και δυνατά τας απολαύσεις και τας ηδονάς της Ζωής.

Δεν τας αγνοεί βέβαια τας απολαύσεις της Ζωής ο ηρωικός άνθρωπος αλλά τας δοκιμάζει τόσον, όσον χρειάζεται να τας ξεπεράση, τας γνωρίζει τόσον, ώστε να εννοή, ότι κατά βάθος παραλύουν μάλλον την δύναμιν του ανθρώπου, και ας τού χαρίζουν την ψευδαισθησίαν της εντατικότητος και της πλησμο­νής. Έπειτα, τας απολαύσεις αναζητεί εκείνος που ζητεί να πάρη από την Ζωήν, όχι εκείνος που έχει να της δώση – και σε πλουτίζει όχι το να παίρνης αλλά το να δίδης.

Η έντονος αυτή ζωή είναι κατ’ ανάγκην πολυμερής, τόσον πολυμερής, ώστε να την ευρίσκουν πολυπράγμονα όσοι μετρούν τον πλούτον των εκλεκτών φύσεων με την πενίαν της ιδικής των, όσους δεν αφήνει ο φθόνος ν’ αναγνωρίσουν εις ένα σύγχρονόν των τον όλβον των αγαθών, που δεν έχουν εκείνοι. Ο ηρωικός άνθρωπος χαίρεται πολλάς μορφάς ζωής συγ­χρόνως, και τας χαίρεται όχι εξωτερικώς, σαν αισθητικόν θέαμα ή διά να ικανοποιήση την περιέργειάν του. Μέσα του ζη όλας αυτάς τας μορφάς της Ζωής, τας αφομοιώνει μέσα του, και τας αποδίδει με τον προσωπικον του τρόπον. Η ψυχή του ομοιάζει μ’ ένα έδαφος λιπαρόν και βαθύ, εις το οποίον κάθε σπόρος άνετα θ’ ανθοβολήση και θα καρπίση. Έτσι μεταμορφώνεται, χωρίς να χάνη τον εαυτόν του. Ζη ταυτοχρόνως με πολλούς, όπως ο τραγικός ποιητής ο μεγαλοφυής, που ζη μέσ’ απ’ όλα του τα πρόσωπα, και όμως παραμένει ο ίδιος και ως ύπαρξις και ως διάνοια. Και δεν ζη μόνον πολλάς μορφάς Ζωής· συγκλονισμούς συγκλονίζεται πολλούς, συντριμμούς συντρίβε­ται πολλούς, μυρίους θανάτους αποθνήσκει.

Αλλ’ ο ηρωικός άνθρωπος δεν ομοιάζει με τους καλούς και φρονίμους αμαξάδες, οι οποίοι οδηγούν το αμαξάκι των «βραδέως αλλ’ ασφαλώς» από τους δρόμους τους στρωτούς και τους ήσύχους προς το τέρμα, που άλλοι καθώρισαν. Με τον ηνίοχον ομοιάζει, που κυβερνά τέσσαρα, οκτώ ίσως θυμοειδή άλογα – και το καθένα των σπεύδει ασυγκράτητον προς αυτοβούλους κατευθύνσεις. Τα κυβερνά με δυνατό χέρι, χωρίς όμως και να εξουδετερώνη εκείνων την ορμητικότητα και την επαναστατι­κότητα. Ειδεμή, τι θέλγητρον θα είχε δι’ αυτόν η ηνιοχεία; Το «βραδέως αλλ’ ασφαλώς» δεν το ξέρει· λογαριάζει και τας πτώ­σεις, διότι μόνον όπου υπάρχουν πτώσεις δίδετ’ ευκαιρία και ανυψώσεων.

Πράγματι ο πόλεμος και ο κίνδυνος είναι το στοιχείον του, η απαραίτητος τροφή του. Ο πόλεμος λέγω και η νίκη, όχ’ η επιτυχία. Η επιτυχία δεν είναι πάντοτε νίκη· είναι νίκη εξωτερική, εξωτερικός πλουτισμός εις επιτεύγματα και κέρδη – να σαν τα ρεκόρ συγχρόνου αθλητού, που μετρούνται με δευτερόλεπτα και υφεκατοστόμετρα. Αλλ’ ο ηρωικός ζητεί την νίκην εκείνου που χαίρεται το ότι επολέμησε, το ότι εκινδύνευσε, το ότι αντέστη την νίκην ως ευκαιρίαν μόνον να ζήση έντόνους και αγωνιώδεις στιγμάς. Και παρομοία νίκη συνυπάρχει κάλλιστα με την αποτυχίαν εις τους αντικειμενικούς σκοπούς, καθώς η αποτυχία των 300 εις τας Θερμοπύλας…

Αν επίστευεν ολι­γώτερον εις της Μοίρας την σοφίαν, θα ήτον άπαισιόδοξος. Αλλ’ επιτυχία σημαίνει πραγματοποίησις σκοπού, που ευρίσκετ’ έξω μας, και εκείνος έχει μέσα του τον σκοπόν και το νόημα της υπάρξεώς του. Απέναντι αυτού τίποτε δεν μετρεί, ούτ’ ή ζωή του ούτ’ η ευτυχία του. Και τι μεγαλύτερον θα ημπορούσεν η επιτυχία να τού προσφέρη;

. Έχει την αφροσύνην του παιδιού, που στερείται την πολυύμνητον αυτήν πείραν της πραγματικότητας, η οποία είναι κατά βάθος όκνος και ολιγοπιστία. Ενώ το παιδί είναι παιδί, ακριβώς διότι πιστεύει, διότ’ ημπορεί ακόμη να πιστεύη, ανεπιφύλακτα. Ο ηρωικός άνθρωπος είν’ ο αιωνίως νέος – τι να την κάνη την φρόνησιν; Είναι διά τους πεζούς και τους νοικοκυραίους, που βαδίζουν ήσυ­χα και ομαλά τον δρόμον της ζωής των. Εκείνος όμως δεν βαδίζει· χορεύει.

Οι πολλοί καμαρώνουν δι’ όσους κινδύνους απέφυγαν, όχι δι’ όσους υπεβλήθησαν·περιγράφουν τας έπιτυχίας, που επραγματοποίησαν, και υπερηφανεύονται διά την εξυπνάδα των. Αλλά διά τον ηρωικόν άνθρωπον, το εί­δαμεν: η επιτυχία δεν αποτελεί ούτε κριτήριον ούτε ιδεώδες· ιδεώδες του και κριτήριον: να ζήση δυνατός και ωραίος. Και είναι γενναιότερον και ωραιότερον ν’ αδικηθής παρά ν’ αδικήσης, να εξαπατηθής παρά να εξαπατήσης.

Άλλωστε προς τι να εξαπατήση; Εξαπατούν οι ετεροκεν­τρικοί, αυτοί που ασχολούνται διαρκώς με τούς άλλους, διά να τούς αντιγράφουν ή να τούς φθονούν ή και τα δύο μαζί. Ο ηρωικός όμως άποτελεϊ ο ίδιος κέντρον του εαυτού του, ελεύθερος εις την απομόνωσίν του, αριστοκρατικός με την απόστασιν εις την οποίαν κρατεί τούς άλλους, απτόητος με το θάρρος της προσωπικής του γνώμης και της προσωπικής του ευθύνης, υπερήφανος μέσα εις το άβατον τέμενος της μο­ναξιάς του. Δι’ αυτό δεν καταδέχεται να φθονή, μήτε να παρα­βγαίνη με τούς άλλους· δεν χρειάζεται να βεβαιώνη εις τον εαυτόν του μ’ αυτό το μέσον, με την εξωτερικήν αναγνώρισίν του δηλαδή, την υπεροχήν του.

Έτσι, και όταν υπερασπίζη τας απόψεις του, δεν το κάνει διά να τας επιβάλη· αλλά διά να μείνη οποίος είναι. Και ακρι­βώς το να είναι οποίος είναι, αποτελεί εις τα μάτια των άλλων πολλάκις, αυτό και μόνον, πολεμικήν. Η ύπαρξίς του και μόνη εξεγείρει το μίσος· αρκεί να περιγράφη απλώς πώς είναι, και προκαλεί αντιπάθειαν· τόσον μεγάλον μέρος από το μέλλον αντιπροσωπεύει! Διότι το μέλλον είναι σκοτεινόν, και είν’ ολίγοι που δεν φοβούνται το σκοτάδι, οι πολλοί το φοβούνται, και ο φόβος των παίρνει πολλάκις την μορφήν αντιπαθείας.

Και όμως σπείρει άφθονα τα γεννήματα του νου του. Τα σπείρει, διότι δεν ημπορεί να κάνη διαφορετικά· όπως το δέν­τρον που τινάζει τούς καρπούς του σαν ωριμάσουν, είτ’ ευρί­σκοντ’ αποκάτω είτε όχι αυτοί που θα τούς είναι χρήσιμοι. Έ­τσι και ο ηρωικός άνθρωπος: διδάσκει, παρασυρόμενος από την πίστιν του· ομιλεί περί αυτής, υποκύπτων εις την εσωτερικήν ορμήν ν’ ανακοινώση – όχι ν’ ανακοινώση· να τραγουδήση μάλλον, την χαράν του και τους θησαυρούς του – να φωνάξη την αγάπην του, και διαβεβαιώνει κάθε φοράν το αγαπημένον του πρόσωπον πόσον τ’ αγαπά, όχι διά να το πείση ούτε διότι φαν­τάζεται πως αμφιβάλλει, αλλά μόνον διότι ευχαριστείται ο ίδιος κάθε φοράν να τ’ ακούη. Έτσι και ο ηρωικός άνθρωπος: είτε προφορικώς αναπτύσσει προς ένα κοινόν, είτε γράφει, κατά βάθος είν’ ο ίδιος ακροατής και αναγνώστης του εαυτού του. Ομιλεί ενώπιον των άλλων, διά ν’ ακούση ο ίδιος την φωνήν του δυνατώτερα, διαυγέστερα, συνειδητότερα.

Υπερήφανος είναι, όχι εγωιστής. Δι’ αυτό σπαταλά τον εαυτόν του. Η ευτυχία του είναι να δαπανά, ακριβέστε­ρον ακόμη: να δαπανάται. Ανεξάντλητος όπως είναι, δεν ξέρει αριθμητικήν. Είναι τόσον πλούσιος, ώστε θ’ αναπλη­ρώση εύκολα (το ξέρει) κάθε ζημίαν· προς τι λοιπόν να την υπο­λογίζη; Υπολογίζει ο πτωχός· ο πλούσιος κλείνει τα μάτια, απλώνει το χέρι, και σκορπά … Όσα και να σκορπήση, πάντοτ’ εκ του περισσεύματος θα είναι.

Εκ του περισσεύματος αντλεί και η μεγαλοδωρία του ηρωικού ανθρώπου. Αφρόντιστα και αδίστακτα σπαταλά τα πλούτη του, την δραστηριότητά του, την υγείαν του, την ρωμαλεότητα της ψυχής και του νου του. Σκορπά την αγάπην του χωρίς ανταλλάγματα, έτοιμος να πληρώση εκείνους που θα θελήσουν να την δεχθούν. Σκορπά τας συγκινήσεις, τους ενθουσιασμούς και την φλόγα, τα κάλλη και τα ρίγη της ψυχής του και είναι τόσον πολλά τα πολύτιμ’ αυτά πετράδια, ώστε ο πτωχός και ο κακός υποπτεύουν πως θα πρέπει κίβδηλα να είναι· ειδεμή, θα τα εμοίραζεν έτσι, τόσον αμέριμνα, τόσον αλύπητα; Σκορπά του νου του τα γεννήματα, που είναι δι’ αυτόν βιώματα ψυχής, χωρίς να κατοχυρώνη συγγραφικώς την πατρότητά των, να έτσι σαν τον ήλιον που ακτινοβολεί παντού το φως του. Και ο ήλιος δεν έχει μετρητήν του φωτός· έχουν αι ηλεκτρικαί εταιρείαι μόνον.

Και είν’ η χαρά του να σκορπά: όλα τ’ αγαθά της γης τα εκτιμά όχι ως κτήματα, αλλ’ ως χρήματα (με την αρχαίαν σημασίαν της λέξεως εκ του χρώμαι), ως δαπανήματα δηλαδή. Ή μάλλον πιστεύει πως αγαθά δεν είναι· γίνονται αγαθά, αφ’ ης στιγμής και εφ’ όσον δαπανώνται.

Εις την εργασίαν καθυποβάλλεται με ανεπιφύλακτον προ­θυμίαν. Την δέχεται αυτονόητα και χαρωπά, αφού είναι κάτι βαρύ και δύσκολον, αφού ζωή σημαίνει δι’ αυτόν δράσις και κά­ματος. Εργάζεται από την επιθυμίαν να χρησιμοποιή τας δυνά­μεις του σώματος και της ψυχής εις έργα δύσκολα, εργάζετ’ αισθητικώς, καθώς ένας αθλητής.

Το ίδιον και εις την πνευματικήν του εργασίαν: Δεν μελετά διά να γράψη ένα βιβλίον – η σκέψις είναι δι’ αυτόν κάτι που το ζη, όχι κάτι που το γράφει – ή διά να επιτύχη εν αξίωμα. Μέσα του θέλει να πλουτίση, να πλουτίση ακόμη με την χαράν που δί­δει ένα δύσκολον ζήτημα. Προχείρως έτσι σκορπά ένα πλήθος προσωπικών στοχασμών (προσωπικών και όταν έχη απ’ άλλους λάβει την αφετηρίαν της σκέψεως), που ένας άλλος θα επροφύλασσε ζηλοτύπως. Μα ο ηρωικός άνθρωπος αγνοεί την ζηλοτυ­πίαν.

Βαδίζει προς τον θάνατον όχι διά ν’ αναπαυθή, όχι διότι εβαρέθηκε την ζωήν, όχι διότι εδειλίασεν ενώπιον αυτής, όχι από μαρασμόν και εξάντλησιν των δυνάμεών του. Ο ηρωικός άνθρωπος δεν υφίσταται τον θάνατον. Είναι η τελευταία πράξις, με την οποίαν επισφραγίζει όλας του τας άλλας πράξεις. Τούς δίδει αυτή το νόημα· διότι και η Ζωή όλη είναι μία διαρκής αρχή.

Αν θέλης να γεννηθής και πότε θέλεις να γεννηθής, δεν εξαρτάτ’ από την συγκατάθεσίν σου·το να φύγης όμως από την Ζωήν και πότε να φύγης, αυτό αφήκεν ο Θεός εις την ιδικήν σου, την υπεύθυνον διαγνώμην. Και είναι βαρεία και δύσκολος αυτή η ευθύνη – διά τούτο και η ορμή προς αυτοσυντηρησίαν είναι τόσον ισχυρά.

Αλλ’ εκούσιος ή ακούσιος ο θάνατος του ήρωος, είναι πάντοτε μία έκρηξις ηφαιστείου. Να έτσι εξαφνικά σπα το δοχείον της ζωής του, συντρίβεται και συντρίβει όλα γύρω του, φλέγεται και φλέγει, φωτίζεται και φωτίζει – και τρομάζουν οι δειλοί και ταπεινοί και φθονεροί.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/index.php/enimerosi/view/h-hrwikh-antilhpsis-ths-zwhs#ixzz3FAb7i73D

ΔΗΚΤΙΚΑ – Και σαν πρώτα αντρειωμένοι

ευζωνοι

Μπορούμε;

Μπορούμε άραγε να γίνουμε σαν πρώτα; Σαν τους πατεράδες και τους παππούδες μας που ξεκίνησαν από τα χωριά τους, εκατοντάδες μέτρα υψόμετρο, δεκάδες χιλιόμετρα μακριά από τις πόλεις. Που περπατούσαν μέσα στη βροχή και τον ήλιο για να πάνε σχολείο. Για να βρουν αλεύρι. Για ν’ αποκτήσουν ένα άλογο. Που διάβαιναν ποτάμια. Που τρέφονταν με λίγο κρασί, ένα ξυλάγγουρο, μια τομάτα κι ένα πετρωμένο ξεροκόμματο. Που φοβόνταν, μα δρασκέλιζαν σαν ξυπόλυτοι υπερμεγέθεις Κούροι τον φόβο. Που άφηναν την επιθυμία να γευτούν τη ζωή, να βγάζει από τα πόδια τις σιδερένιες μπάλες της αμφιβολίας. Μπορούμε;

Λέγαμε με φίλους αγαπημένους, για κοινό γνωστό. Σπούδασε, εργάστηκε, ταξίδεψε, έκανε χρήματα. Κι ύστερα, αντί να μείνει στη Νέα Υόρκη ή στο Λονδίνο, γύρισε. Ονοματίζω αυτές τις πόλεις όχι τυχαία. Αλλά  γιατί πυκνώνουν όσο περνάει ο καιρός οι  χώροι που θυμίζουν μια άλλη χώρα, αλλά όχι Ελλάδα. Από τη μια οι απροσπέλαστοι από Έλληνες δημόσιοι χώροι, τα κτίρια με όλα τα κομφόρ που εγκαταλείφθηκαν όπως-όπως από τους ντόπιους, οι γειτονιές, οι δρόμοι και οι πλατείες που καταλαμβάνονται από τριτοκοσμικά γκέτο, καταστήματα, κουρεία, καφενεία. Δεν είναι και δεν είπα «γηγενείς». Ετούτοι οι άνθρωποι που εγκαταλείπουν, δεν έχουν γη που να ξέρουν πως τους γέννησε. Δεν νιώθουν γη δική τους. Άνθρωποι χωρίς ρίζες, έρμαια του ανέμου, πλάνητες κατάδικοι της πόλης, Αθηναίοι από χωριά που ξέγραψαν, πώς ν’ αγαπήσουν τον τόπο, κι ύστερα, πού να πάνε;

Κι από την άλλη η εικονική αμερικανοποίηση της ελληνικής  καθημερινότητας. Μεγαλομανής και μικρομέγαλη. Περνούσα το καλοκαίρι από μια επαρχιακή πόλη, κι έτυχε να σταματήσω εμπρός από ένα καφέ που λες και βγήκε από αμερικάνικη ταινία. Και στη βιτρίνα ένας θαμώνας με τον πολυτελή φορητό υπολογιστή του, να φτιάχνει στο μυαλό του εικόνες του εαυτού του σε μια πραγματικότητα που δεν υπάρχει, που δεν πρόκειται αληθινά να ζήσει. Και από τούτη τη ζωή που μπορεί, απέχει. Έτσι διχασμένοι ζουν οι Έλληνες το σήμερα. Σε μια αδιέξοδη αυθυποβολή του «αλλού», σε μια γελοία ή τραγική κοροϊδία του εαυτού τους.

Έλεγα λοιπόν για τον γνωστό που αποφάσισε να γυρίσει στην Πατρίδα. Και πήγε σε ένα νησί του Αιγαίου. Αγόρασε ένα σπίτι. Χαμόσπιτο. Χωρίς καλώδια του ηλεκτρικού, τρεχούμενο νερό και εσωτερικές ευκολίες. Το επίπλωσε με «παλιατζούρες» μαζεμένες από τα σκουπίδια, από γειτόνους που προτιμούν την πλαστικούρα του συρμού από την τέχνη και τον κόπο του χεριού και της καρδιάς. Κι εκεί πήγε με τη γυναίκα του και μένει ευτυχισμένος. Φέτος αγόρασε άλλο ένα τέτοιο χαμόσπιτο, και το νοικιάζει σε σπάνια πουλιά, σαν του λόγου του. Που γύρισαν, είδαν τα άστεα και τους νόες των ανθρώπων, και βρήκαν το νόημα της ζωής σε μια ζωή χωρίς ευκολίες, για τούτο εύκολη σαν το νερό που κυλά από αιώνες στην κοίτη του.

Μπορούμε να γίνουμε αντρειωμένοι;

Μπορούμε σαν τους ξυπόλυτους του ’21 να σηκωθούμε; Με όραμα, με απόφαση. Με εμπιστοσύνη στα πόδια και τα χέρια μας. Με την ενέργεια του μυαλού μας. Με το αεράκι της ψυχής. Και με το λάδι της καρδιάς να φέγγει το δρόμο. Μπορούμε να δρασκελίσουμε το φόβο; Να ανασάνουμε αέρα ελεύθερο, λυτρωτικό, ζωογόνο; Να μηδενίσουμε, να διαγράψουμε, να ξαναζήσουμε; Γιατί όχι; Μια φορά κανείς πεθαίνει.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΠΠΑ

(Δημοσιεύθηκε στο Φ.896 της εφημερίδας ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ)

ΕΜΠΡΟΣ Αρ.Φ. 58-Από τη Σύνταξη

EMPROS-58b

Η πολιτική δίωξη εναντίον της Χρυσής Αυγής ξεσκεπάστηκε αυτήν την εβδομάδα από έναν από τους βασικούς σκευωρούς της. Η άρνηση του Δημήτρη Ψαρρά, του «Ιού» της Ελευθεροτυπίας και νυν της Εφημερίδας των Συντακτών, να παραδώσει στις ανακρίτριες το πρωτότυπο του υποτιθέμενου καταστατικού της Χρυσής Αυγής είναι ίσης βαρύτητας με την ομολογία Μπαλτάκου ότι η δίωξη εναντίον της Χρυσής Αυγής ενορχηστρώθηκε από το Μαξίμου και τον Υπουργό Δικαιοσύνης και ήταν σε γνώση του Πρωθυπουργού.

Με την άρνησή του να παραδώσει το πρωτότυπο για γραφολογική έρευνα όπως αιτήθηκε ο προφυλακισμένος εδώ και δέκα μήνες Αρχηγός του τρίτου πολιτικού κόμματος της χώρας, αποδεικνύει ότι τελικώς πολλοί σε αυτή την χώρα είναι πιο ίσοι από κάποιους άλλους. Και αυτοί οι «πιο ίσοι» δεν είναι μόνον τα «μεγάλα συμφέροντα» αλλά οι μπάτλερ και οι καμαριέρες τους.

Αποδεικνύεται ακόμη ότι η πολιτική σκευωρία την οποία έχει καταγγείλει από την πρώτη στιγμή το εθνικιστικό κόμμα στηρίχτηκε σε μια φωτοτυπία.

Είναι προφανές ότι ο Ψαρράς σε συνεργασία με τον Εισαγγελέα Βουρλιώτη ανέλαβαν το επιχειρησιακό μέρος της εξόντωσης των πολιτικών αντιπάλων της συγκυβέρνησης των μνημονίων.

Απολύτως βάσιμα ο συνήγορος του Νίκου Μιχαλολιάκου, Νίκος Αντωνιάδης αποφαίνεται στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στο ΕΜΠΡΟΣ ότι «το πόρισμα Βουρλιώτη έπρεπε να ονομάζεται πόρισμα Ψαρρά».

Βεβαίως τίποτε από αυτά δεν θα συνέβαινε εάν δεν βρίσκονταν πρόθυμοι και επίορκοι δικαστικοί οι οποίοι ανέλαβαν το άγος της πολιτικής δίωξης, και της παρατεινόμενης ταλαιπωρίας εκατοντάδων ανθρώπων, των ίδιων των παράνομα και άδικα προφυλακισμένων και των οικογενειών τους, αλλά και την δαιμονοποίηση ενός ολόκληρου πολιτικού χώρου και μισού και πλέον εκατομμυρίου ενεργών υποστηρικτών του.

Σε πολιτικό επίπεδο, η ενορχηστρωμένη δίωξη εναντίον του πολιτικού κόμματος της Χρυσής Αυγής προκαλεί και για την συνεχιζόμενη αποστέρηση των οικονομικών πόρων τους οποίους προβλέπει το Σύνταγμα για την ομαλή λειτουργία της Δημοκρατίας. Υποκριτικά τα κόμματα του αυτοαποκαλούμενου συνταγματικού τόξου νομοθετούν εναντίον των απλών πολιτών που στηρίζουν το εθνικιστικό κίνημα με κουπόνια δύο και πέντε ευρώ, την ίδια ώρα που διατηρούν για αυτά το δικαίωμα να ενθυλακώνουν δεκάδες εκατομμύρια.

Την ίδια ώρα, εκτελώντας μπολσεβικικής εμπνεύσεως συμβόλαιο θανάτου εναντίον της ατομικής ιδιοκτησίας, ο Σαμαράς και οι εντολοδότες του σπρώχνουν στα όριά τους τους Ελληνες με σκοπό να προκαλέσουν κοινωνική έκρηξη.

Το δίλημμα που η κυβέρνηση θα θέσει τότε θα είναι «Εμφύλιος ή Μνημόνιο». Δεν είναι ασφαλώς συμπτωματικό ότι η  παράταξη του «Καραμανλής ή τανκς» κωφεύει στις διαμαρτυρίες των σωφρονιστικών υπαλλήλων που από στάσεις εργασίες μετατράπηκαν την εβδομάδα αυτή σε απεργίες.

Οι απεργίες τους δεν αγγίζουν προφανώς την κυβέρνηση, εξυπηρετούν όμως την ατζέντα της που περιλαμβάνει την αύξηση και νομιμοποίηση της κρατικής αυθαιρεσίας. Ο υπουργός Δικαιοσύνης Αθανασίου, απασχολημένος με τη σκευωρία εναντίον της Χρυσής Αυγής, δεν  έχει επισκεφθεί τις φυλακές(!).Το σύστημα επιδιώκει να οδηγήσει σε εξέγερση και στην συνακόλουθη πόλωση που εξυπηρετεί κυβέρνηση και μνημόνια.

Η αποκάλυψη του οπλοστασίου του  διοικητή του νοσοκομείου Βόλου (με τους πλαστούς τίτλους σπουδών), εκλεκτού της «εγκληματικής οργάνωσης» της Νέας Δημοκρατίας και η αθώωση του Πασόκου δουλέμπορου της Μανωλάδας δείχνουν ότι τα δυο πολιτικά κόμματα της συγκυβέρνησης έχουν κάθε λόγο να φοβούνται την ανεξάρτητη Δικαιοσύνη και τους ακέραιους δικαστές. Γι’ αυτό και καταφεύγουν σε μεθοδεύσεις και σκευωρίες για να διατηρηθούν στην εξουσία.

Όπως όμως αναφέρει στη συνέντευξή του ο Νίκος Αντωνιάδης, Εφετείο και Αρειος Πάγος βράζουν. Βράζει και ολόκληρη η Ελληνική κοινωνία με τελευταίο θύμα τους ενστόλους που εισπράττουν την μήνη των αλλεργικών στο στράτευμα αστράτευτων του πολιτικού κατεστημένου.

Ε.Δ-Π